ἐπικήδειος λόγος εἰς Ἀρχιμανδρίτην Ἰσίδωρον Σαλάκον

 Μέσα στὸν φόβο καὶ στὲς ὑποψίες, μὲ ταραγμένο νοῦ καὶ τρομαγμένα μάτια, λυώνουμε καὶ σχεδιάζουμέ το πῶς νὰ κάμουμε γιὰ ν’ ἀποφύγουμε τὸν βέβαιο … Καὶ ἐμεῖς πατέρες καὶ ἀδελφοὶ ψελλίζοντας τὴ ρῆμα τοῦ ἀλεξανδρινοῦ ποιητῆ, δὲν τὸ ἀποφύγαμε καὶ κυκλώνουμε τὴν σεπτὴ σωρὸ τοῦ ἠγαπημένου μας, Μεγάλου Ἐκκλησιάρχου τῆς ἈλεξανδρινῆςἘκκλησίας Ἀρχιμανδρίτου Ἰσιδώρου Σαλάκου. 

Αὐτὸ τὸ Ἐκκλησιάρχης, ἦταν ὁ πιὸ ταιριαστὸς τίτλος τιμῆς, γιὰ τὸν πληθωρικὸ σὲ ὅλα του, Ἰσίδωρό μας. Σὰν νὰ χὲ γεννηθεῖ γιὰ νὰ δοῦμε στὴν πράξη πὼς ἐφαρμόζεται, τὸ «Κύριε, ἠγάπησα εὐπρέπειαν οἴκου Σου καὶ τόπον σκηνώματος δόξης Σου».      

Ναί, αὐτὸ τὸ παιδί, ἀπὸ τὶς 12 Ἰουλίου 1983, μνήμη τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου τοῦ Αἰγυπτίου, γιὰ δέστε ἡμέρα, τὴν ὁποία οἱ καλοί του γονεῖς, ἡ Ἐλευθερία καὶ ὁ Γιάννης τὸν παρέδωσαν στὸν παπαΆγγελο καὶ κεῖνος τὸν συνάρτησε στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ διὰ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, δίνοντας τοῦ τὸ ὄνομα Ἄγγελος. Καὶ τοῦτο ἔγινε, ἐδῶ στὴν Ἁγία Μαρίνα Ἡλιουπόλεως, στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, ὁ ὁποῖος διετέλεσε πατριαρχικὸς ἐπίτροπος στὸ Κάιρο. Ἦταν σὰν ὁ Θεός, νὰ τὸν εἶχε προορισμένο γιὰ νὰ περάσει στὴν ἱστορία μέσα ἀπὸ τὴν διακονία του στὴν Αἴγυπτο καὶ τὸ Κάιρο.

Καὶ μετὰ ἦρθε ἡ γιαγιὰ Αἰκατερίνη, φερώνυμός της μεγάλης Ἀλεξανδρινῆς μάρτυρος, γιὰ νὰ γίνει ἡ κατηχητὴς καὶ ὁδηγός του, στὸ ἀνεγειρόμενο Ναὸ τῆς Ἁγίας Μαύρας, ποῦ σήμερα τὸν ὑποδέχτηκε γιὰ τελευταία φορά. Μεγάλωνε τότε ὁ ναὸς τῶν Ἁγίων Τιμοθέου καὶ Μαύρας καὶ μεγάλωνε καὶ ὁ Ἄγγελος μαζί του. Ὅμως ἡ καρδιὰ τοῦ ἔμενε παιδική, τέτοια ποὺ ἀκόμα καὶ ὥριμος Ἀρχιμανδρίτης πιά, μποροῦσε νὰ κλαίει σὰν παιδί, νὰ ἀγαπάει σὰν παιδί, νὰ πισμώνει σὰν παιδί, νὰ εἶναι ἕνα παιδὶ ποὺ θυσίασε τὰ πάντα γιὰ τὸν γλυκύ Του Ἰησοῦ. 

Ἀπὸ τὸ ἅγιο βῆμα καὶ τὴν διακονία τῶν ἱερέων καὶ ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ παπαΓιάννη Μπενέτου, στὸ κατηχητικὸ με κατηχητές τον Θανάση, σήμερα επίσκοπο Νιτρίας Νικόδημο και τον επίσης σήμερα Μπραζαβίλ Παντελεήμονα, την Θεανώ και την Στέλλα καί κοντά στὸ πετραχήλι τοῦ παπαΠέτρου Κιοσέ, καὶ μαζὶ στὸ Ἐκκλησιαστικὸ Λύκειο Ἀθηνῶν γιὰ νὰ γνωρίσει ἐκεῖ ὡς συμμαθητὴ τοῦ τὸν Χριστοφόρο, ποὺ ἔμελλε νὰ γίνουν ἐπιστήθιοι φίλοι καὶ νὰ πορευθοῦν στὴν Ἱερωσύνη καὶ νὰ εἶναι μαζί του μέχρι τὸ τέλος, γιὰ νὰ τοῦ κλείσει τὰ μάτια. Ἐκεῖ μὲ τὶς σπουδὲς καὶ στὴν συνέχεια στὴν Θεολογικὴ σχολὴ Ἀθηνῶν, ἔδειξε πόσο ἀγάπησε τὴν Ἐκκλησία, ὥστε νεότατος νὰ δεχθεῖ τὴν εὐχὴ τῆς ρασοφορίας, τὸ ἑσπέρας τῆς μνήμης τοῦ Αἰγυπτιώτη Ὁσίου Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου,17Ἰανουαρίου 2002, ἀπὸ χειρῶν τοῦ Μητροπολίτου Καρθαγένης Χρυσοστόμου καὶ νὰ λάβει τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτου,  τοῦ ὁποίου τὰ Ἱερὰ λείψανα προσκύνησε πρὶν λίγες μέρες στὴν ἔρημό της Νιτρίας. Τὴν ἑπόμενη, τὸ παιδικὸ ὄνειρο ἐκτυλίσσετε στὸ Πατριαρχικὸ μετόχι τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας στὴν Κυψέλη Ἀθηνῶν καὶ δρασκελίσει τὰ κράσπεδα τοῦ ἹεροῦΒήματος, γενόμενος διάκονος, διὰ χειρῶν τοῦ τότε Ἐπισκόπου Διαυλείας Δαμασκηνοῦ, ποὺ τὸν παρέλαβε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ μακαριστοῦ πιὰ παπαΠέτρου καὶ τὸν συνόδευσε πνευματικὰ ἕως τὰ τώρα. 

Ξανασυναντᾶ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο στὴν ὁμώνυμη Μονή, στὸ Γαργηττό, χειροτονούμενος πρεσβύτερος ὑπὸ τοῦ γέροντος μᾶς εἰς ἀνταπόκριση τῆς προσκλήσεως, τοῦ Πάπα καὶ Πατριάρχου Πέτρου, γιὰνὰ ὑπηρετήσει μὲ τὸν τότε Νιτρίας Ἀλέξιο, τὴν Πατριαρχικὴ ἐπιτροπεία τοῦ Καίρου, σὲ πρωτόγνωρες γιὰ κεῖνον ἕως καὶ πρωτόγονες συνθῆκες διαβίωσης. Μὰ ἡ ἀγάπη, ἔξω βάζει τὸν φόβο καὶ ὁνεαρὸς Ἱερομόναχος βρέθηκε ἐκεῖ γιὰ νὰ εἶναι μέσα στὴν Ἐκκλησία πιστὸς καὶ ἀφοσιωμένος ἕως τὴν ὀδυνηρὴ στιγμή, ποὺ τὰ πάντα σκοτείνιασαν στὸ βυθὸ τῆς Σιθωνίας, ποὺ πῆρε μαζί του καὶ τὸν πνευματικό μας ἀδελφὸ καὶ συνοδοιπόρο του, διάκονο Νεκτάριο.

Καὶ ἔστειλε ὁ Θεὸς συνεχιστῆ, τὸν Πάπα καὶ Πατριάρχη Θεόδωρο, τὸν ἄνθρωπο τῆς ἀγάπης, ποὺ ἔδωσε ἁπλόχερα τόπο στὴν καρδία του, γιὰ τὸν Ἰσίδωρό μας καὶ ἀνήμερά της ὀνοματικῆς του ἑορτῆς, 17 Φεβρουαρίου 2005 τὸν περικόσμησε μὲ τὸν Σταυρὸ τοῦ ὀφίκιου τοῦ Ἀρχιμανδρίτου καὶ ἐν συνεχεία τὸν χειροθέτησε  τὴν Κυριακή της Πεντηκοστῆς 15 Ἰουνίου 2008, Μέγα Ἐκκλησιάρχη, ἔχονταςἀποδείξει μὲ τὴν ἕως τότε διακονία Τοῦ τὸ φιλακόλουθον, τὸ φιλόμουσον, τὸ φιλόκαλον.

Ξεκινώντας π φημέριος του Πατριαρχικο Ναο το γίου Νικολάου, πηρέτησε π πενταετία τν νορία τς περαγίας Θεοτόκου λιουπόλεως το Καίρου κα καμε λληνες κα ραβες ν τονταποδώσουν στ μέγιστο τν γάπη, πο θυσιαστικ τος δωσε, λειτουργώντας, κηρύττοντας, ξομολογώντας, νακαινίζοντας κα καλλωπίζοντας τν Ναό. Παιδία κα νέοι,  διαρκς φροντίδα κα χαρά του. Καμετ ρθε  διακονία δίπλα στν Μητροπολίτη κκρας, νν Γουινέας Γεώργιο, ς Πρωτοσυγκέλλου του στν θήνα κα τν κκρα, λλ κα  τελικ πιστροφ στ Κάιρο γι ν σταθε λαμπάδα ναμμένη στμέλη τς ραβοορθοδόξου κοινότητας τν Ταξιαρχν το Ντάχερ, πο ξεκίνησε τν νακαίνιση το Ναο γι ν γιορτάσουν δη λαμπρά τα γδοντάχρονά του. σκώντας λοιπν τ φημεριακά του καθήκοντα,νταποκρινόμενος κούραστα σ κάθε πρόσκληση γι ερ ργο, συνάντησε τν λυτρωτικ πόνο, τν μέρα το Κυρίου, μνήμη το γίου Χαραλάμπους.

Συμπονώντας ὅλοι μας μαζί Σου στὸ θάλαμο τοῦ νοσοκομείου Κλεοπάτρα, ἀγαπημένε μᾶς Ἰσίδωρε, δεχθήκαμε τὴν Παρασκευὴ 15 Φεβρουαρίου ὡς τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ γιὰ τὴν συγγενεία Σου καὶ τὴν ἀδελφότητά μας. Ἦταν ἀλήθεια. Ὁ λατρεμένος Σου Ἐσταυρωμένος, σὲ πῆρε κοντά Του. Δόξα τῷ Θεῶ πάντων ἕνεκα.  

Μᾶς πόνεσες, μὰ μᾶς ἀνάπαυσε ὁ Θεός, μὲ τὸ ὅτι δὲν ἔφυγες αἰφνιδίως καὶ μπόρεσες αὐτὲς τὶς μέρες τοῦ μαρτυρίου σου στὸ νοσοκομεῖο, νὰ φιλήσεις τὸ χέρι τοῦ πατριάρχη Σου, ποὺ τόσο πίσταὑπηρέτησες, νὰ συγχωρέσεις κ νὰ συγχωρεθεῖς μὲ πατέρες κ ἀδελφοὺς ποὺ ἔφτασαν στὸ νοσοκομεῖο ἢ ποὺ μίλησες μαζί τους ἀπὸ τὸ τηλέφωνο, ζητώντας συνάμα τὴν προσευχή τους. Καὶ ἀφοῦπερίμενες νὰ ἀγκαλιάσεις τὴν ἡρωίδα μάνα σου, πέταξες ἀνάλαφρος γιὰ νὰ συναντήσεις τὸν Θεό, ποὺ ἀγάπησες κ ἐκεῖ νὰ συλλειτουργήσεις στὸ αἰώνιο θυσιαστήριο μαζὶ μὲ τὸν ἄλλο μᾶς ἀδερφό, τὸν πατριαρχικὸ διάκονο Νεκτάριο.

Τν Κυριακή το Κάιρο σπάραξε, στν τελευταο σπασμό. Τ πνευματικά Σου παιδιά, μικρ μεγάλα, συγκλονισμένα σ ποχαιρέτισαν γι τν πιστροφή Σου στ γαπημένο Σου Πάος Καλαβρύτων. Κα μες σποδεχθήκαμε μαζ μ τος γονες Σου, τν γαπημένο Σου δελφ Θανάση κα τ σύζυγο το Κατερίνα. Μαζ  Θεία Γεωργία κα  Θεος Βασίλης,  Κατερίνα κα  Θοδωρς τς λλ κα  Θάνος, πο π παιδισυντονιζόσασταν σ πολλ κα κενος φρόντισε γι πολλ στ πίγειο τέλος Σου,  δεύτερή Σου οκογένεια, πως λεγες. Μαζ κα τ΄ λλα ξαδέλφια Σου  γγελος κα  νδρέας κα συγγενες κα φίλοι Σου π΄λη τν λλάδα, σ χαιρετομε, λλ δν σ ποχαιρετομε, ο λεξανδρινο ρχιερες κα π τν Πόλη, μαζ μ τν πατέρα μς μητροπολίτη Δαμασκηνό, μαζ μ τ δέρφια σου πο δν μπόρεσαν ν φτάσουντούτη τν ρα δ, τν πίσκοπο Μελχισεδκ π τν Τιφλίδα τος ρχιμανδρίτες λέξανδρο π τν νέα ερσέη κα Βαρθολομαο π τ Παρίσι κα τν διάκονο άκωβο π τ Διδυμότειχο. γκαλιάζουμε τν σωρό σου,  λπιδοφόρος,  ρκάδιος κα  Δαμασκηνς πο συνυπηρετήσατε στ λεξανδριν θρόνο,  γαθάγγελος πο το δσες νομα κα συμμαρτυρία,  Γρηγόριος πο φτασε π τν Τεργέστη κα λοι ολλοι, ζωντας τν σταυροαναστάσιμη χαρμολύπη κα σιγοψέλνοντας μαζί σου, δο ναβαίνομεν ες εροσόλυμα… Οκέτι ες τν πίγειον ερουσαλήμ δι τ παθεν, λλ ναβαίνω πρς τν Πατέρα μου, κα Πατέρα μν, κα Θεόν μου κα Θεν μν. Κα συνανυψ μς ες τν νω ερουσαλήμ, ν τ βασιλεί τν Ορανν ».

Ατ χεις π μένα, σίδωρε, … κατακλείνοντας πως Γρηγόριος ες πιτάφιον Βασιλείου… Ἐὰν πλησιάσαμε τν ξία σου, τοτο εναι δικό σου χάρισμα. Ες σένα χων τ θάρρος μου, στησα τν λόγον μου δι σε.Ἐὰν μως στάθηκα πολ πολ μακρυ π τι λπιζα, τί πρέπει ν πάθω, βασανισμένος π τ γηρατειά, π τν νόσον λλ κα π τν πόθον τν δικόν σου; λλ τ κατ δύναμιν εναι γαπητν κα ες τν Θεόν. Σ ν μς παρακολουθς π ψηλά, θεϊκ φίλε κα σεβαστέ, κα τν σκόλοπα τς σαρκς πο μς δωσεν  Θες ν μς παιδαγωγ σταμάτησε τν μ τς πρεσβείας σου,  κνε μας ν τν πομένωμε μδύναμιν. λη μας τν ζω δήγησε τν πρς τν καλύτερο. Ατς εναι  λόγος  δικς μς δι σένα. μς μως ποος θ μς παινέση ταν γκαταλείψωμε τν ζωή, πειτα π σένα; ν βέβαια πραγματοποιήσωμε κάτι τί ξιον παίνου δι τν ησο Χριστό, τν Κύριό μας, ες τν ποον νήκει  δόξα ες τος αώνας. μήν

Ἀρχιμανδρίτης Σεραφεὶμ Δημητρίου